Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

α, μπα (επίρρ.)

ρωτάμε με επιφυλακτικότητα – και συμπληρώνουμε με το όχι: “Θα πας στη συναυλία; – Αμπά …” – “Ήσουνα κι εσύ εκεί που έγιναν τα επεισόδια; Α-μπα, όχι”.

α(γ)πανωθιός (ἀπανωθιὸ(ς)) (επίρρ.)

επάνω, από πάνω του στέκει με πολλή στοργή και ελπίδα εκείνος που φορτικότατα, ενοχλητικά στέκει δίπλα (πάνω) από τον άλλο. “Πήγαινε, παιδάκι μου, και λίγο πιο πέρα, τι στέκεσαι αγπανωθιός μου!”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπανωθιὸ(ς):  /ἐπίρ./ = ἐπάνωθεν, μετὰ στοργῆς, τὸ προστατεύειν τινὰ μετ’ ἀδιαπτώτου . . . Περισσότερα

α(ε)γγαστρωμένη, η

Α(ε)γγαστρωμένη, η: (μτχ. παθ. παρακ. του α(ε)γγαστρώνω) = η εγγαστρωμένη (εν γαστήρ). Επίσης (εν +κύω) = εγκύμων = έγκυος, εγγαστρωμένη. Ετυμ. ρίζα κυ-, εξ ου κύλιξ, κύαθος, κύκαρη, κύμα, κύτος =κοιλότης, κ.λ.π. αγγαστρωμένη

αβάκα (η)

η λέξη χρησιμοποιείτε κυρίως στα τυχερά παιχνίδια. φρ. “τάχομε αβάκα” = παίζουμε συνεταιρικά από κοινού· ισότοπη κατάθεση χρημάτων, συμφωνία. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβάκα:  /ἡ/ (Ἄβαξ, Ὶ. abaco) = ἀπὸ κοινοῦ, συνεταιρικῶς (μεταξὺ συμπαικτῶν τυχηρῶν παιγνίων). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αβάλη (η)

μικρό λιμάνι, βαθύ και υπήνεμο. Η παρήχηση των λέξεων και η γλήγορη συμπροφορά τους δημιουργεί …αστεΐσμόν. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβάλη:  /ἡ/ (ἀ – βάλλω. Ὶ. avalloΣ. οὐβάλα) = ὁρμίσκος, βαθύπεδον, ὑπήνεμον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αβανιά (η)

βλάβη, συκοφαντία, ρετσινιά, φρ. “μου κόλλησαν μια αβανιά” ή “μ΄αφήνουν εμένα οι αβανιές των παλιανθρώπων να προκόψω;” – “έπεσα σε αβανιές και την έπαθα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβανιὰ:  /ἡ/ (Ἰ. avania) = ἀδίκημα, παρεκτροπή, λαθροχειρία. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Με βρήκε ή σε βρήκε . . . Περισσότερα

αβάντα (η)

βοήθεια, στήριγμα. φρ. “βάστα μου αβάντα”. Συχνά έχει επίμεμπτη σημασία. φρ. “αυτός έχει πολλές αβάντες”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβάντα:  /ἡ/ (Ἰ. avanti) = ἐπικουρία, ἐνίσχυσις, ὄφελος, κέρδος (οὐχὶ ἀμέμπτου ἐνίοτε προελεύσεως). Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Το ιταλικό avanti, που θα πει εμπρός ή . . . Περισσότερα

αβανταγκιόζος (ο)

ωφέλιμος, χρήσιμος, πλεονεκτικός Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβανταγκιόζος -α -ο:  (Ἰ. avvantagiuso) = ἐπωφελής, ἐπικερδής, πλεονεκτικός. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αβανταδόρος (ο)

αυτός που κάνει αβάντες. Η λέξη έχει πάντα καλή σημασία. Συνήθως ο αβανταδόρος είναι ανυπόληπτος, ζει από ύποπτες χρηματικές παροχές, υποστηρίζει ανθρώπους πονηρούς ή και ανήθικους. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβανταδόρος:  – ὁ –  (Ἰ. avanti) = ἐπίκουρος, ὑποστηρικτής, βοηθός, ἐνθαρρυντής. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης . . . Περισσότερα

αβαντσάρω

έχω να λάβω από κάποιον, μου χρωστάνε. πχ. “αβατσάρω 50 κιλά λάδι” ή “πεντακόσιες δραχμές από τον τάδε”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβαντσάρω:  (Ἰ. avanzare) ἔχω λαμβάνειν, ὑπερέχω, προηγοῦμαι. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    από το ιταλικό avanzare, το οποίο έχει δύο σημασίες. Η πρώτη, . . . Περισσότερα

αβάντσο (το)

λέξη που λέγεται συνήθως σε χαρτοπαίγνιο από τους συμπαίκτες. “πάμε αβάντσο;” δηλ. συνεχίζουμε; Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβάντσο:  /τὸ/ (Ἰ. avanzare) = συνέχισις, προχώρησις, ἐξακολούθησις. «πᾶμ’  ἀβάντσο» λέγεται μεταξὺ συμπαικτῶν παραιτουμένων τῆς ἐκβάσεως καὶ συνεχιζόντων μέχρι νεωτέρας ἐκβάσεως. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αβάρα

ναυτικό παράγγελμα. Προστακτική του ρήματος αβαράρω. “Αβαράρισε το πριάρι, να ξεκινήσουμε” – “Βάλε αβάρα” = σπρώξε το πριάρι να φύγουμε. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβάρα:  (προστ. τοῦ ρ. ἀβαράρω) = ὠθῶ λέμβον ἤ ἄλλο ἐφόλκιον ἀπὸ προβλῆτος ἤ ἄλλου πλωτοῦ πρὸς ἀπομάκρυνσιν ἤ πρόληψιν συγκρούσεως.  Tα . . . Περισσότερα

αβάρα (η)

μεγάλο τσιμπούρι, παράσιτο των οικιακών ζώων, που απορροφάει το αίμα τους. Στα αρχαία λέγεται κρότων. “Τοις μεν ουν ταύροις των οίστρον ενδύεσθαι παρά το ους λέγουσιν, και τις κύσις των κρότωνα”. (Πλούτ. Ηθ. 55 Ε). Το τσιμπούρι είναι παράσιτο έντομο ιδίως των σκύλων. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής . . . Περισσότερα

αβαράρω

απωθώ το πλεούμενο, την βάρκα κλπ. από την παραλία με κουπιά ή με κονταρόξυλο. “αβαράρισε το καΐκι να φύγουμε” σύνθημα: “αβαράαααα….” – “έλα και αβαράραμε”. Το αβαράρω λέγεται και αβαλάρω. φρ. “δώσ΄του την αβαλρ΄σά του” = σπρώξιμο αστεϊσμού μεταξύ των μελών μιας παρέας, όταν αμπώνουν κάποιον να παρασύρει τους άλλους… . . . Περισσότερα

αβάρετος (ο)

αυτός που δε βαριέται την δουλειά, ο ακούραστος, ο πρόθυμος. φρ. “αβάρετος άνθρωπος”.

αβαρία (η)

ζημιά, όταν χύνεται το κρασί ή το λάδι κατά την μεταφορά του κλπ και στο εμπόριο ή την συλλογή της σοδειάς – “είχα πολλές αβαρίες εφέτος”.

αβάσκαμα (το)

το αποτέλεσμα του βασκαίνω. Βασκαίνουν οι έχοντες σμιχτά φρύδια (σμιγοφρύδες), όσοι έχουν μαύρα και πονηρά μάτια, ιδίως οι γυναίκες. Βασκαίνονται μικροί και μεγάλοι, ιδίως τα όμορφα ροδοκόκκινα μωρά κλπ, δεν βασκαίνονται οι άσκημοι και οι Σαββατογεννημένοι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβάσκαμα:  /τὸ/ = ἡ βασκανεία, τὸ . . . Περισσότερα

αβασκαμός (ο)

η ενέργεια του βασκαίνω. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβασκαμός: /ἡ/ = ἡ βασκανεία, τὸ βάσκαμα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αβασκαντήρα (η)

το μικρό χρωματιστό κοχύλι που κρεμιέται στο λαιμό, ως αποτρεπτικό του βασκάματος. Βασκάνιον κατά τον Αριστοφάνη κ.α. “περίκεινται δε τοις τραχήλοις κογχία αντί βασκανίων” (Στρ. 16, 4, 17). Πολλοί αντί βασκαντήρας κρεμούσαν φυλαχτό, μια σακουλίτσα που έβαζαν μέσα λιβάνι, σκόρδο, κομμάτια από άμφια, τίμιο ξύλο, κομμάτια σκούπας, άνθη Επιταφίου, δενδρολίβανο . . . Περισσότερα

αβγατίζω ή αὐγατίζω και αβγαταίνω

αυξάνω κάτι, αμετ. = αυξάνομαι. πχ. λέμε ότι το ρύζι, τα μακαρόνια κλπ αβγατίζουν στο βράσιμο. Και ακόμα: “αυτός αβγάτισε την περιουσία του δουλεύοντας μέρα νύχτα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Αὐγατίζω (ἐκ τῆς δμτ. αὐγόν, αὐγᾶτος, Ἰ. aumentare) = πληθύνω, ἐπαυξάνω, πολλαπλασιάζω. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος . . . Περισσότερα

αβγάτισμα (το)

η αύξηση, η προσθήκη. Το λέμε σε πλείστες περιπτώσεις π.χ.  το αβγάτισμα της περιουσίας, του μισθού, του φαγητού, των μάλλινων κλωστών κ.λ.π.

αβγοκόβω

ρίχνω στην σούπα ή άλλο φαγητό, μείγμα αβγού και λεμονιού δαρμένο με πηρούνι. Λέμε: “σούπα αβγοκομμένη”, “αρνάκι αβγολέμονο”.

αβγολόγος (ο)

ο γυρολόγος, που αγοράζει αβγά και κοτόπουλα για μεταπώληση. αβγοθήκη. Συχνά ο αβγολόγος και μικρο πραμάτειες, βελόνια, κουβαρίστρες, καρφοβέλονους, κουμπιά κα. που τα πουλούσε παίρνοντας αβγά από τις νοικοκυρές.

αβγομαντεία (η)

μαντεία που επιτυγχάνεται με την χρησιμοποίηση του ασπραδιού του αβγού. Τοπικά λέγεται “ρίξιμο του αβγού”. Την διαδικασία εκτελεί η αβγορρίχτρα που μαντεύει κυρίως τον μέλλοντα γαμπρό μιας νέας. Κατά την μαγγανευτική τελετουργία, η αβγορρίχτρα, ρίχνει σε δοχείο με βρασμένο νερό, δαρμένο ασπράδι αβγού, κι ανάλογα με τα σχήματα που παίρνει . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!