Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αβάλη (η)

μικρό λιμάνι, βαθύ και υπήνεμο. Η παρήχηση των λέξεων και η γλήγορη συμπροφορά τους δημιουργεί …αστεΐσμόν.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἀβάλη:  /ἡ/ (ἀ – βάλλω. Ὶ. avalloΣ. οὐβάλα) = ὁρμίσκος, βαθύπεδον, ὑπήνεμον.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης


Ετυμολογική σημείωση:
Τα ελλ. – + βάλλω δεν θα μπορούσαν, φωνολογικά ή μορφολογικά, να έχουν οδηγήσει ούτε στο λευκ. αβάλη, ούτε στο ιταλ. avallo. Συνεπώς, η ετυμολογία της λέξης θα πρέπει να αναζητηθεί αλλού.
Θεωρώ ότι η λέξη θα μπορούσε να είναι σλαβικής αρχής, αν αναλογιστεί κανείς τη φωνολογική και σημασιολογική ομοιότητα με το σερβ./κροατ. obala (= ακτή)

(Π.Γ. Κριμπάς)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!