Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

(α)΄παντέχω

ελπίζω, αναμένω. “Δεν έχω καμιά παντοχή” ή “Έχω την απαντοχή στο Θεό”. παροιμία: “Όπου απαντέχει να φάει , δε πεινάει” – “Άνεπάντεχα μου ΄ρθε αυτό το καλό χαμπέρι“. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπαντέχω: (ἐπί, ὑπό, ἀντὶ-ἔχω) = προσδοκῶ, ἐλπίζω, ἀναμένω. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

(α)σφηγκοφωλιά (η)

η φωλιά της σφήγκας. (ασφηγκοφωλιά) Σχηματίζεται όπως της μέλισσας με πολυγωνικά διαμερίσματα. Η φωλιά προσκολλάται κυρίως σε πέτρες, κλαδιά δέντρων, τρύπες κατοικιών κ.λπ. μτφ.: όμιλος υπόπτων ανθρώπων, κακοποιών. στην ραπτική: πτυχώσεις απομιμούμενες το σχήμα της σφηκοφωλιάς, όπως π.χ. στις λευκαδίτικες ποδιές της “Ρωμαίικης” φορεσιάς στο σημείο που γαζώνεται το ποδοσκοίνι . . . Περισσότερα

(α)σφήκα ή σφήγκα (η)

το γνωστό ενοχλητικό έντομο, λεπτότερο απ΄τη μέλισσα που της μοιάζει πολύ. Το τσίμπημά της είναι επώδυνο και επικίνδυνο. πρόγνωση καιρού: “Όταν βλέπεις πολλές σφήκες το καλοκαίρι, περίμενε βαρύ χειμώνα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀσφῆκα /ἡ/ = σφὴξ ἡ κοινή, ὑμενόπτερον λεπτότερον τῆς μελίσσης κιτρινωπὸν κεντρίζον ὀδυνηρῶς. . . . Περισσότερα

(γ)ήπατα (τα)

γήπατα ήπατα, η δύναμη, η αντοχή, το ψυχικό θάρρος, το κουράγιο. Λέμε: “Μου κόπηκαν τα (γ)ήπατα, όταν το έμαθα”. Οι γέροι και οι ασθενείς λένε: “Δεν έχω, γιε μου, (γ)ήπατα για τέτοια”. Βαλαωρίτης, Φωτεινός, Α’ “…και στην αλετροπόδα μου έλειωσαν τα ήπατά μου”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής . . . Περισσότερα

(γι΄) απετίτο

για την όρεξη, για λιχουδιές. Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

(ο)κνεύομαι

κνεύομαι, (οκνεύομαι) είμαι οκνός, βαριέμαι. φράση: “Εσύ κνεύεσαι, παιδάκι μ΄, άσε να πούμε σε κανέναν άλλο να μας βοηθήσει”.

(ο)λοίσθια

Γνωστή φράση στο χωριό, για κάποιον που “είναι στα τελευταία του”. Ήρτε (ή έφτασε) στα ολοίσθια, να πεθάνει. Η προέλευση της αρχαίας (πνέει τα λοίσθια – ψυχορραγεί). Την ετυμολογούμε γιατί είναι συνηθέστατη και ιδιωματική, όπως ακούγεται. Και γιατί δείχνει πως η γλώσσα μας είναι ενιαία και εν χρήσει μέχρι τις . . . Περισσότερα

(ο)ν(υ)χομάντεμα

έτσι λέει ο λαός τη γνωστή μαγγανεία της ονυχομαντείας = μαγγανευτική τελετουργία με βάση τα νύχια των κοριτσιών, για να “ιδούν την τύχη τους”. Η κοπέλα ξύνει καλά, γυαλιστερά το νύχι του δεξιού της αντίχειρα, το αλείφει με λάδι κι ύστερα κάθεται στον ήλιο και απλώνει για κάμποση ώρα το . . . Περισσότερα

(οι ελιές πήγαν) κβελόπιντες

μέτρο σύγκρισης της απόδοσης της ελιάς ήταν η λάτα και το καρτούτσο. Μια οκά λάδι ισοδυναμεί με δυόμιση καρτούτσα. Οι ελιές που μαζεύονταν πρώιμα έδιναν, σε κάθε λάτα-μέτρο, 2-3 καρτούτσα λάδι. Το μέτρο το ΄λεγαν και κουβέλι. Έτσι αν ένα κουβέλι έβγανε 4 καρτούτσα, δηλ, μια πίντα, έλεγαν πως “οι . . . Περισσότερα

(Σε δυο) μποσούς

Δηλαδή σε δυο ποσότητες, μέρη. Προέρχεται από την αρχαία λέξη ποσό(ν), που κατά την γραμματική, είναι ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της αόριστης επιθετικής αντωνυμίας ποσός -ή -όν (αντίστοιχης της ερωτηματικής), η ποσότητα. Η μηχανή της γλώσσας έπλασε τον (αδόκιμο γραμματικά) τύπο στον πληθυντικό (μ)ποσούς, με την προσθήκη σε μας του -μ- (από . . . Περισσότερα

(τα ΄βγαναν) ξεκολλωτά

τα ξερίζωναν. Για το πώς έβγαζαν τα όσπρια από τα χωράφια. Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

Ἄ. ἐπίρρ. παρακελ. §ἄγε. Π. ἄ νὰ φύγουμε = ἄγε φύγωμεν. Σημ. 1. Οἱ Λευκάδιοι λέγουσι καὶ ἄε ἀντὶ ἄ. Π. ἄε νὰ φύγουμε· ὅπερ ἐγένετο ἀφαιρέσει τοῦ Γ ἐκ τοῦ ἄγε (ἴδε Συλλαβ. 3)· ὥστε ἔχομεν ἄγε, ἄε καί, ἐκ τούτου ἄ. (Σύλλαβ. 5). Σημ. 2. Δὲν ἤθελε σφάλει . . . Περισσότερα

α (επιφων.)

Μπαίνεις σε ποικίλες φραστικές αποχρώσεις, πχ. άβαθος=ρηχός, πηγάδι άβαθο, λαγκάδι άβαθο κλπ.

α ή άε ή χάει (επιφών. παρακελευστικό)

Από το αρχαίο “άγε  = εμπρός, έλα”. “Χάει νυφούλα μ΄, στο καλό και να σε ιδούν καληώρα”. (δημ.). 2) δηλωτικό απειλής. φρ. “άει φύγε από δω γιατί, θα φας ξύλο”. 3) δηλωτικό κατάφασης. φρ. “Μήπως είδες τ΄άλογο μου; – Χάει το είδα”. 4) υποθετικό = εάν, αν, αποβάλει όμως το . . . Περισσότερα

α-κόντο

η καταβολή έναντι χρέους λογαριασμού, έναντι δόσης. Σε χργρ. (λογαριασμός εσόδων-εξόδων) του 1744 κατοίκου της Χώρας διαβάζομε: “έδοσα ακόντο δια την ρόγα (=μισθός υπηρέτη) της αυτής (δουλεύτρα) μονέδα …”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀκόντο:  (Ἰ. acconto) = ἐπὶ λογαριασμῷ, προσθέτως. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

α-λα-σκάγια (επίρρ.)

με αναρριχτό το πανωφόρι ή το σακάκι στον έναν ώμο: “Έριξε τη χλαίνη α-λα-σκάγια κι έφυγε” – “έβαλες το σακάκι σου, βλέπω, α-λα-σκάγια”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀλασκάγια:  /ἐπίρ./ (ἀλύσκω, ἀλυσκάδην) = ἀνάρριχτα, ἐπὶ τῶν ὤμων. «ἔρξε τὸ σουρτοῦκο τ’ ἀλασκάγια καὶ πάει». Tα Λευκαδίτικα – . . . Περισσότερα

α-μέντε (επίρρ.)

το ΄χω στο μυαλό μου, το σκέπτομαι: “Το ΄βαλα αμέντε”. – “Πάρε τ΄ αμέντε σου” = πρόσεξε καλά. – “Βάνω τ΄ αμέντε μου …” κ.λπ. (βλ. μέντε). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀμέντε:  /ἐπίρ./ (a mente) = εἰς τὸν νοῦν, ὑπ’ ὄψιν, ἐν σκέψει. «τὤχει ἀμέντε». Tα . . . Περισσότερα

α-προπόζιτο (a proposito)

η απόφαση, η πρόθεση. (απροπόζιτο) Η λέξη προτάσσεται κάποιας συζητήσεως, κάποιου θέματος, π.χ. ας έρθουμε στο θέμα μας τώρα.

Click to listen highlighted text!