Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

μαυλάω και μαυλίζω

προσκαλώ, προσελκύω διάφορα ζώα κοντά μου, με ειδικό ήχο και φωνή: μαυλάω τις κότες, τα περιστέρια, τα οικόσιτα ζώα κλπ. Πχ στις κότες λένε “πίλο … πίλο …πίλο … μ.. ”
Δημ. Τραγ. :”Μαύλα τα περιστέρια σου / που ΄ρθανε στην αυλή μου / πετροκαλαματιανή  μου.”

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Μαυλάω (αὐλίζω, μαυλίζω) = προσελκύω ζῷα οἰκόσιτα ἢ θηράματα δι’ εἰδικοῦ φωνητικοῦ ἤχου, πιπιλάω μὲ τὰ χείλη.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Τις κότες. Από το αρχαίο ρήμα μαυλίζω ή εκμαυλίζω, με την κακή έννοια του μαστροπεύω, ρουφιανέυω (μαστροπός, ο προαγωγός).
Σήμερα έχει την έννοια απλώς του “κράζω, καλώ τις όρνιθας δια ειδικής φωνής” (Δημητράκος).  Διατηρεί πάντως και την αρχαία σημασία του παρασύρω (με τις κότες) με το ανάλογο φέρσιμο (χειρονομία).
Στην Καρυά το συνηθισμένο κάλεσμα (μαύλισμα) της κότας που συνοδεύει με ανάλογη χειρονομία (τρίψιμο του μεγάλου δαχτύλου με τον δείκτη και των δυο – συνήθως χεριών- είναι το πίλουμ-πίλουμ (ή πλου-πλου) και πίκιουμ -πίκιουμ.
Ο μακαρίτης Π. Ροντογιάννης λέει για τις κότες, πως τις μαυλάμε με το γνωστό “γιψ-γιψ”> Και το διακαιολογεί – ετυμολογεί δηλαδή αυτό το κάλεσμα – σε συσχετισμό με το αρπακτικό πουλί γύπα, με το οποίο – λέγει- και απειλούν τις κότες οι νοικοκυρές. (απίθανη εκδοχή).
Το πίλουμ και η παραλλαγή πίκιουμ είναι πιο κοντά στα πουλιά και κλωσόπουλα που στο κάλεσμα τρέχουν με τους γονείς τους να φάνε τους σκορπισμένους καρπούς ή τα πίτουρα.

βλ. και καυλάω

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


«Τὰ σερπετὰ μαυλίζει» (σελ. 174, Ἀθανάσιος Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟΝ)

Tὸ μαυλίζω δὲν λαμβάνεται ἐνταῦθα ἐπὶ  τῆς φαύλης σημασίας, ἥν, εἴχε παρὰ τοῖς ἀρχαίοις.
Κυρίως σημαίνει: κράζω δι’ ἰδιαιτέρου τινὸς φθόγγου τὰ κατοικίδια πτηνὰ ἤ κτήνη. Τοιουτορόπως μαυλίζει τις ἤ μαυλᾷ τὰς ὄρνιθας, τόν αἶλουρον, τὸν κύνα. Μαυλίζει τις καὶ τὸν γονὸν τῶν μελισσῶν, ὅπως τὸν ἐφελκύσῃ ἐντὸς τοῦ κοσκίνου, τοῦ παρασκευασθέντος πρότερον διὰ τοῦ μελισσοχόρτου. Ἕκαστον μαύλισμα τελεῖται δι’ ἰδιαιτέρας φωνῆς.
Μεταξὺ τῶν πολλῶν λίαν περίεργον ἐθεώρησα τὸ εἰς πρόσκλησιν τῶν ὀρνίθων ἀπειράκις ἐπαναλαμβανόμενον μονοσύλλαβον γύψ… γύψ … γύψ, ὡσανεὶ ἐπρόκειτο διὰ τῆς έκφωνήσεως τοῦ ὀνόματος ἐπιφόβου ὀρνέου νὰ βιάσῃ τις τὴν ἐπάνοδον αὐτῶν. Περιεργότερον δὲ τῶν ποιμένων, ὅταν, προπορευόμενοι τοῦ ποιμνίου, ἀδιαλείπτως καὶ βραδέως ἀναβοῶσιν ὂβς, ὂβς, ὂβς. Μὰ τὴν ἀλήθειαν, ὅταν τοὺς ἀκούῃ τις, πιστεύει ὅτι ψιττακίζουσι τὸ ἀρχαῖον ὂϊς, ὅθεν πασιφανῶς καὶ τὸ τῶν Λατίνων ovis.

Σημειώσεις Βαλαωρίτη Ἀπαντα – Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διάκο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *