Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αβαράρω

απωθώ το πλεούμενο, την βάρκα κλπ. από την παραλία με κουπιά ή με κονταρόξυλο. «αβαράρισε το καΐκι να φύγουμε» σύνθημα: «αβαράαααα….» – «έλα και αβαράραμε». Το αβαράρω λέγεται και αβαλάρω. φρ. «δώσ΄του την αβαλρ΄σά του» = σπρώξιμο αστεϊσμού μεταξύ των μελών μιας παρέας, όταν αμπώνουν κάποιον να παρασύρει τους άλλους… . . . Περισσότερα

αβάρετος (ο)

αυτός που δε βαριέται την δουλειά, ο ακούραστος, ο πρόθυμος. φρ. «αβάρετος άνθρωπος».

αβαρία (η)

ζημιά, όταν χύνεται το κρασί ή το λάδι κατά την μεταφορά του κλπ και στο εμπόριο ή την συλλογή της σοδειάς – «είχα πολλές αβαρίες εφέτος».

αβάσκαμα (το)

το αποτέλεσμα του βασκαίνω. Βασκαίνουν οι έχοντες σμιχτά φρύδια (σμιγοφρύδες), όσοι έχουν μαύρα και πονηρά μάτια, ιδίως οι γυναίκες. Βασκαίνονται μικροί και μεγάλοι, ιδίως τα όμορφα ροδοκόκκινα μωρά κλπ, δεν βασκαίνονται οι άσκημοι και οι Σαββατογεννημένοι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβάσκαμα:  /τὸ/ = ἡ βασκανεία, τὸ . . . Περισσότερα

αβασκαμός (ο)

η ενέργεια του βασκαίνω. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβασκαμός: /ἡ/ = ἡ βασκανεία, τὸ βάσκαμα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αβασκαντήρα (η)

το μικρό χρωματιστό κοχύλι που κρεμιέται στο λαιμό, ως αποτρεπτικό του βασκάματος. Βασκάνιον κατά τον Αριστοφάνη κ.α. «περίκεινται δε τοις τραχήλοις κογχία αντί βασκανίων» (Στρ. 16, 4, 17). Πολλοί αντί βασκαντήρας κρεμούσαν φυλαχτό, μια σακουλίτσα που έβαζαν μέσα λιβάνι, σκόρδο, κομμάτια από άμφια, τίμιο ξύλο, κομμάτια σκούπας, άνθη Επιταφίου, δενδρολίβανο . . . Περισσότερα

αβγατίζω ή αὐγατίζω και αβγαταίνω

αυξάνω κάτι, αμετ. = αυξάνομαι. πχ. λέμε ότι το ρύζι, τα μακαρόνια κλπ αβγατίζουν στο βράσιμο. Και ακόμα: «αυτός αβγάτισε την περιουσία του δουλεύοντας μέρα νύχτα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Αὐγατίζω (ἐκ τῆς δμτ. αὐγόν, αὐγᾶτος, Ἰ. aumentare) = πληθύνω, ἐπαυξάνω, πολλαπλασιάζω. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος . . . Περισσότερα

αβγάτισμα (το)

η αύξηση, η προσθήκη. Το λέμε σε πλείστες περιπτώσεις π.χ.  το αβγάτισμα της περιουσίας, του μισθού, του φαγητού, των μάλλινων κλωστών κ.λ.π.

αβγοκόβω

ρίχνω στην σούπα ή άλλο φαγητό, μείγμα αβγού και λεμονιού δαρμένο με πηρούνι. Λέμε: «σούπα αβγοκομμένη», «αρνάκι αβγολέμονο».

αβγολόγος (ο)

ο γυρολόγος, που αγοράζει αβγά και κοτόπουλα για μεταπώληση. αβγοθήκη. Συχνά ο αβγολόγος και μικρο πραμάτειες, βελόνια, κουβαρίστρες, καρφοβέλονους, κουμπιά κα. που τα πουλούσε παίρνοντας αβγά από τις νοικοκυρές.

αβγομαντεία (η)

μαντεία που επιτυγχάνεται με την χρησιμοποίηση του ασπραδιού του αβγού. Τοπικά λέγεται «ρίξιμο του αβγού». Την διαδικασία εκτελεί η αβγορρίχτρα που μαντεύει κυρίως τον μέλλοντα γαμπρό μιας νέας. Κατά την μαγγανευτική τελετουργία, η αβγορρίχτρα, ρίχνει σε δοχείο με βρασμένο νερό, δαρμένο ασπράδι αβγού, κι ανάλογα με τα σχήματα που παίρνει . . . Περισσότερα

αβγότσοφλο (το)

το τσόφλι του αβγού, που χρησιμοποιούνταν παλιότερα για ιαματικούς σκοπούς από τους λαϊκογιατρούς. «Καύσε αβγότσουφλα, βάλε τα εις ξίδιν αψύ να γέννουν σκόνη και από αυτή φύσα με μασούρι εις ρουθούνια όπου τρέχει αίμα και ιάται» (Λ.Ι.Λ., σ. 79, 43)

αβγωμένος (ο, η, το)

γεμάτος αβγά. Την λέξη την χρησιμοποιούμε για ψάρια που είναι στην εποχή του αβγώματος. Λέμε: «οι γοβιοί είναι αβγωμένοι τώρα». Είναι πασίγνωστο το διαλάλημα των ψαράδων της Χώρας, για τα καβούρια: «Έχω παγούρ΄ς μ’ αβγόοοο». Μερικά ψάρια, όπως τα στράδια του ιβαριού, οι μπάφες, βγάνουν νοστιμότατο αβγοτάραχο.

αβεντόρα (η)

η περιπόθητη γυναίκα, η ερωμένη, η «πιαστή» . Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβεντόρα:  /ἡ/ σπ. (Ἰ. avventore) = ἡ προσφιλής, ἡ περιπόθητος, ἡ ἐρωμένη. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αβεντόρος (ο)

ο βοηθός λιτρουβιάρης στα χωριά του νησιού. «Τον έχω αβεντόρο μου…» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβεντόρος:  /ὁ/ = (Ἰ. avventore) = ὁ πρόσθετος ἑκάστοτε βοηθὸς τῶν ἐλαιοτριβέων εἰς τὰ χωρία (συνήθως εἷς ἐκ τῶν ἀρρένων τῆς οἰκογενείας ποὺ προσκομίζει ἐλαιοκαρπὸν πρὸς ἔκθλιψιν). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος . . . Περισσότερα

αβέρτο (το) και ἀβέρτα (επίρρ.)

ελεύθερο, ανοιχτό. «Το σπίτι δεν το κόψαμε ακόμα σε κάμαρες, είναι όλο αβέρτο» – «μου κάμανε το χωράφι αβέρτο». Επίρρ.: αβέρτα = εντελώς ελεύθερα. «Στην γιορτή χόρεψαν όλοι αβέρτα», «έφαγαν με την ψυχή τους, αβέρτα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβέρτος -α -ο (Ἰ. aperto) = ἀνοικτός, . . . Περισσότερα

ἀβιζάρω

Ἀβιζάρω:  (Ἰ. avvisare) = προειδοποιῶ, ἐντέλλομαι, παραγγέλλω. βλ. καί  αβεζάρω

αβοηθάω

βοηθώ με περιορισμένη σημασία, λέγεται κυρίως όταν βοηθάμε κάποιον να φορτωθεί ένα βάρος ή να φορτώσει το ζώο του. «Αβόηθησέ με να βάλω την βαρέλα στο κεφάλι μου…», «Αβόηθησέ με να φορτωθώ το δεμάτι με τα ξύλα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβοηθάω:  (ἀ-βοηθῶ) = βοηθῶ τινὰ . . . Περισσότερα

αβοκάτος (ο) ή ἀβο(υ)κάτος

δικηγόρος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβο(υ)κάτος:  /ὁ/ (Λ. advocatus, Ἰ. avvocato): δικηγόρος, συνήγορος, ἀντίκλητος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγ΄πάνου (επίρρ.)

από πάνω. «ο μπάρμπας μου έχει χωράφι αγπάνου απ΄το δικό μας» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγ(ου)πάνου:  (ἀπό, έπὶ- ἄνω) = ἀπὸ πάνω, ἐπάνω. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγάλια (επίρρ.)

σιγά – σιγά, αργά, ήσυχα «αγάλια αγάλια θα τον ανεβούμε τον ανήφορο», «πήγαινε αγάλια – αγάλια και θα σε φτάσω», » αγάλια – αγάλια, μη βιάζεστε». Έχουμε απ’ αυτό και τις γνωστές παροιμίες «αγάλια – αγάλια γίνεται και η αγουρίδα μέλι», » αγάλια – αγάλια κότα μου και εγώ σε . . . Περισσότερα

αγαλιάζω

ησυχάζω, είμαι ήρεμος, καθησυχάζω. «Αγαλιάστε παιδιά μου». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγαλιά(ζ)ω:  (ἀγαλλιάω -ῶ) = ἡσυχάζω, ἠρεμῶ, σιωπῶ (προστ. «ἀγάλια – ᾶτε).  Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    

αγάνι (το)

τα γένια των δημητριακών. «Το σιτάρι αρχίζει να αγανιάζει». Το αγάνι λέγεται και αθέρα (η). «Πήραμε ένα μάτσο στάχυα, (ψάνη), κάψαμε τα αγάνια του, τρίψαμε τα στάχυα, κατόπιν, και βγάλαμε τον μεστωμένο καρπό του σιταριού και τον φάγαμε». (βλ. ψάνη) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγάνι:  /τό/ (ἄκανος, . . . Περισσότερα

αγανιά

απρεπής πράξη, υπερβολική κατακριτέα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγανιἁ:  /ἡ/ (ἄγαν, ἄγνυμι) = πρᾶξις ἐπίμεμπτος, ὑπερβολή, ἀπρέπεια. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!