Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ύπουργα (τα)

τα απαραίτητα σύνεργα, εργαλεία του τεχνίτη. “Επήρες μαζί σου τα ύπουργα;”

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ὕπο(υ)ργο /τὸ/ (ὑπὸ-ἔργον) = τὸ ἐργαλεῖον τῆς τέχνης. «ἔχομ’ οὖλα τὰ ὕποργα τ’ μαραγκοῦ».

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


ὕπουργα (τά): τά ἀπαραίτητα ἐργαλεῖα τοῦ τεχνίτη. Ἡ λέξη εἶναι ἀρ­χαιο­τάτη. Στούς ἀρχαίους ὑπουργός ἦταν ὁ ὑπη­ρετῶν σέ κά­ποιο ἔργο, βοη­θός κτίστη, πουργός, (ΑΡΧ. ὑπουργός).

Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *