Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σκαπ(ου)λάω – σκαπουλάρω

Σκαπουλάω (Ἰ. scapolare, sgabellare) = έλευθεροῦμαι, διαφεύγω, σώζομαι.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Σκαπουλάρω. Σκαπούλησα, τη γλίτωσα. Αυτό με το ιταλικό scapolare, διαφεύγω.
Ο Λάζαρης το έχει (σκαπ-ου-λάω). Στον Κοντομίχη δεν το βλέπω.
Στο χωριό είναι και σήμερα εύχρηστο. Αυτός – λέμε – τη σκαπούλαρησε, γλίτωσε (αντί του σκαπούλησε), πιο κοντά στο ιταλικό ρήμα scapolare.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!