Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σ(υ)ντρέχω

Σ(υ)ντρέχω = βοηθῶ προθύμως καὶ αὐθορμήτως εἰς ἀνάγκην ἄλλων.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *