Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σιγόντο

Σιγόντο /τὸ/ (Ἰ. secondo) = βοήθεια, συνέργεια, εὔνοια, δευτέρα φωνὴ δυῳδίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *