Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αναπιάζω -νω

  1. κάνω την προπαρασκευαστική εργασία για το ζύμωμα του ψωμιού. Λιώνω το προζύμι και το ανακατεύω με αλεύρι για ζύμωμα. “Αναπιάζομε τα προζύμια της νύφης” ή “τα προζύμια του γαμπρού”. Είναι κοινή η φράση και πασίγνωστη: “αναπιάζω προζύμι”.
    Δημ. τραγ. : “Φκήσου με, μάνα μ΄, φκήσου με στο δόλιο μου προζύμι, / στ΄ ώριο και στο πανώριο μου, στο καλορίζικό μου” – “Αχλιβέ μου (=χλιαρός) ποταμέ μου, άχλια είναι τα νερά σου / π΄ αναπιάζουν τα προζύμια και του γάμου τα κουλούρια”.
  2. σε καυγάδες λένε: “Αναπιάστηκαν τα προζύμια, βλέπω”
  3. βοηθώ: “Ανάπιασέ μου τη βαρέλα στο κεφάλι μου” – “Ανάπιασέ μου να φορτωθώ το δεμάτι με τα ξύλα”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἀναπιάζω και Ἀναπιάνω:  (ἀνὰ-πιάζω) = προπαρασκευάζω, ἀναλύω τὴν ζύμην (μαγιὰν) καὶ ἀναμιγνύω μετὰ τοῦ πρὸς ἀρτοποίησιν φυράματος. «ἀναπιάζω προζῦμι».

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Από τον αόριστο του αρχαίου ρήματος πιάζω κατά το σχήμα έφθασα-φθάνω, έχασα-χάνω.
Το ίδιο αρχαίο πιάζω, λέγει ο Μπαμπινιώτης, αποτελεί παράλληλο τύπο του ρήματος πιέζω. Ακριβέστερα: από το πιέζω έγινε το δωρικό πιάζω, από τον αόριστο του οποίου έγινε το δημώδες πιάνω (Ζηκίδης). Με την πρόθεση -ανα- έχομε το αναπιάνω, που θα πει ετοιμάζεται η νοικοκυρά για το ζύμωμα. (Ρίχνω αλεύρι στο νερό με το διαλυμένο προζύμι και το ανακατεύω καλά ώσπου μα αποτελεσθεί ζυμάρι.
Αναπιέζω, λέγει ο Σταματάκος, πιέζω εκ νέου ή κατ΄ επανάληψιν (εννοεί με τις γροθιές για να θυμηθούμε τη γραφική εικόνα του ζυμώματος.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Ἀναπιάνω = παρασκευάζω ζύμη μέ προζύμι γιά ψωμί, (προεργασία γιά τό ζύμωμα).

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Ἀναπιάνω (ἀναπιάζω)· πιέζω. Αἱ γυναῖκες μεταχειρίζονται τὴν λέξιν, ὅταν θὰ ἀναπιάσωσι προζῦμι. φρ. πᾶμε ν᾿ ἀναπιάσουμε προζῦμι, καὶ ἀντὶ τοῦ ἀνασηκόνω. φρ. ἀνάπιασέ μου λιγάκι νὰ μὴν πέσῃ – ἀνάπιασέ μου νὰ φορτωθῶ. Ἐκ τούτου, τὸ ἀναπιάνω = βοηθῶ, ἀνακουφίζω.

Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός

Αναπιάνω: (ανά+πιάνω) εν προκειμένω το προζύμι, το ξαναπιάνω στα χέρια μου για να προετοιμάσω το ζύμωμα. Ανάπιασμα το, λέγεται η όλη διαδικασία προ-ζυμώματος.Γλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα

 

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!