Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ξεμυτάω και ξεμυτίζω

  1. κάνω μύτη σε μολύβι, σε ξύλο ή άλλο αντικείμενο.
  2. βγαίνω από το σπίτι μου για την εξοχή ή αλλού με μεγάλη κακοκαιρία.
    φράσεις: “Μωρέ, δεν ξεμυτάει ρουθούνι”, λόγω κακοκαιρίας. “Τα κατάφερα και ξεμύτισα, αλλά έγινα μούσκεμα”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ξεμ(υ)τάω -ίζω (ἐκ-μύζω, μύτη) = ὀξύνω τὴν αἰχμὴν ξύλου, μολυβδίδος κ.τ.ὅ.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


Ξεμυτίζω § λεπτύνω τὴν ἄκραν ξυλαρίου ἢ κονδυλίου, ποιῶ αὐτὴν λεπτήν, ὡς μύτην (ῥίνα).

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *