Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σακαγή (σακαή)

ασθένεια των αλόγων, κατά την οποία το ζώο βγάζει μύξες και βλέννες.
Κατάρα: “Να σε φάει κακή σακαή”.
Η σακαή λέγεται και πατημένη.
Θεραπεία: Έβραζαν αποσεινάδια με κρασί και τα ΄βαναν στην κοιλιά του αλόγου. Έλεγαν, βέβαια και το απαραίτητο ξόρκι.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Σακα(γ)ὴ /ἡ/ (Τ. σακαγὴ) = νόσος τῶν ἵππων (μύξα, βλέννα).

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *