Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

προσφάγι (το)

νόστιμη τροφή σε μικρή ποσότητα που συνοδεύει το ψωμί, όπως το τυρί, η παστή σαρδέλα, κρέας, ψάρι κ.λπ. Αυτό που κυρίως γινόταν στην εποχή της φτώχειας, κατά το κολατσό και δειλινό των παιδιών.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Προσφά(γ)ϊ /τὸ/ (πρὸς-τρώγω) = ξηρὰ τροφὴ συνοδεύουσα τὸν ἄρτον (τυρός, σαρδέλλαι κ.τ.τ.).

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


Το προσφάι (προσφάγι), εδώ χωρίς γενική, λαϊκά, είναι ό,τι τρώει κανείς με ψωμί ως συμπλήρωμά του, “μεταγ. προσφάγιον, από το αρχαίο απαρέμφατο φαγείν (φαγητό).
“Κ’αθε τροφή κατάλληλη και πρόχειρη, εκτός του άρτου, οι αρχαίοι την ονόμαζαν προσφάγημα και οι αττικοί το έλεγαν “όψον” (κοραή, Άτακτα, 1, 96).
Ειδικότερα, “όψος”, αττικώς, προσφάγιον ελληνιστικά (Ιωάννου κα΄, 5), προσόψιμα στους βυζαντινούς (“παν μετά του άρτου εσθιόμενον), προσφάι σήμερα (κορακίδης, “Το νόημα της ευφροσύνης” Β΄ έκδ., 95).
Από το όψος, τα οψάρια-ψάρια. Ψωνίζω (οψωνίζω), αγοράζω όψα, ότι χρησιμεύει εις τροφήν έξω από τον άρτον, ήγουν ο,τι ονομάζομεν σήμερον προσφάγιον. Έπειτα κατ΄ εξοχήν εδόθη το όνομα εις τους ιχθύας της θάλασσας, τους οποίους εκατάντησαν, λέγει ο Κοραής, να ονομάζωσιν οψάρια, από τους χρόνους ήδη του Μενάνδρου (Κοραή, Άτακτα, σ. 96).
Το Ευαγγέλιο του Ιωάννου 21, 5 γράφει: “Λέγει συν αυτοίς ο Ιησούς παιδία, μη τι προσφάγιον έχετε; … Και ακολούθησε το θαύμα της αλιείας. Υπόμν. Τεμπέλα, σχόλιο, σ. 719, 3: Άπαξ λεγόμενον, “Ό,τι μετά του άρτου προς βρώσιν λαμβάνεται. Και εν προκειμένω ιχθύς”.
Προσφάγιον (προσφαγείν, εκ του προσεσθίω) κοιν. το προσφάγι, Ιωανν, κα΄5 “μη τι προσφάγιον έχετε;” (λεξικό Ευστρατιάδου Σωφρονίου, Λεοντοπολεως).
Και ο Δημητράκος: Το προσφά(γ)ι = “Παν το εσθιόμενον μετά του άρτου ως συμπλήρωμα αυτού, το όψον … Προδρ. 1, 307 “του προσφαγίου (εδώ με γενική) η μέριμνα κι η λήψη του ψωμιού”
Και Ευστάθιος 867, 54 “επί του απλώς προσοψήματος ταυτόν σ΄ειεπείν κοινώς προσφαγίου (αυτόθι) (προσόψημα-προσφάγι).
Τέλος ο Ανδριώτης, “προσφάι, το μεταγν προσφ-φάγιον (Η πρόθεση προς το φαγείν).
Σε μας και το σχετικό ρήμα προσφαγίζω, εύχρηστο. “Με τι θα προσφαγίσεις”, λέμε.
Από δω η έλλειψη, λόγω φτώχειας, έδωκε στο λαό μας το γνωστό: “ψωμί με ψωμί” ή “ψωμί και σ(ου)γιά”.

Καρσάνικα, ΗΧΩ της Λευκάδας – Δημ. Κατωπόδης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!