Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αβαντσάρω

έχω να λάβω από κάποιον, μου χρωστάνε. πχ. “αβατσάρω 50 κιλά λάδι” ή “πεντακόσιες δραχμές από τον τάδε”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἀβαντσάρω:  (Ἰ. avanzare) ἔχω λαμβάνειν, ὑπερέχω, προηγοῦμαι.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


από το ιταλικό avanzare, το οποίο έχει δύο σημασίες. Η πρώτη, που μας ενδιαφέρει εδώ είναι “έχω λαμβάνειν”, ενώ η δεύτερη σημαίνει “προχωρώ” (λεξικό Mandeson). Λέμε συνήθως σε τρίτο πρόσωπο – “Μου αβαντσάρει” τόσα χρήματα.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *