Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ανάμα (το)

μαύρο κρασί που χρησιμοποιούν οι ιερείς για τη μετάληψη, αλλά και τον εμποτισμό των εορταστικών άρτων στο κέντρο της σφραγίδας. Κάθε καλό κρασί στο νησί το λένε ανάμα.
φράση: “Μου έφεραν ένα κρασί σωστό ανάμα”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἀνάμα: /τὸ/ (νᾶμα, ἄναιμον) = ὁ μαῦρος οἶνος ὁ προσκομιζόμενος διὰ τὴν θείαν εὐχαριστίαν.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Το κρασί που χρησιμοποιούμε για τη θεία κοινωνία. Είναι παράγωγο του αρχαίου ρήματος νάω, που θα πει ρέω και με το πρόθεμα -α- γίνεται άναμα. (νάμα- υγρό). Η προσθήκη του α μπροτά είναι ιδιωματική. Το “άναιμον” του Λάζαρη, δεν έχει θέση εδώ, δεδομένου, ότι όλη η θεία Ευχαριστία κατά την τελετή της Θείας Λειτουργίας χαρακτηρίζεται “αναίμακτος”. Ο προσφερόμενος οίνος μεταβάλλεται μυστηριωδώς σε “αίμα Χριστού”. Λέγεται και άναμα.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Ἀνάμα = γνήσιο χρωματιστό κρασί κατάλληλο γιά τή Θεία Κοινωνία.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

 “στο άναμα”: στη ζέση, στη φλόγα
Μια φορά κι έναν καιρό … Φίλιππου Λάζαρη / Γλωσσάριο Βασίλης Φίλιππας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *