Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αλυχτάω

  1. γαβγίζω, φωνάζω δυνατά και συνήθως μάταια. «Αλυχτούν τα σκυλιά, σεισμό θα κάμει.» – «Αλύχτησαν οι σκύλοι κι έδιωξαν τους κλέφτες από το χωριό».
  2. μτφρ. σε ανθρώπους: «Τι αλυχτάς έτσι, μας κούφανες. Σε πείραξε κανένας;»
    κατάρα: «Να σε δω να αλυχτάς και να μην πονέσει η ψυχή μου».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἁλ(υ)χτάω:  ὑλακτῶ, γαυγίζω, ἐπικαλοῦμαι ἢ συμβουλεύω ματαίως.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!