Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

μεταξόσητα (η)

η ψιλή σήτα που έχει πολύ πυκνό μαγνάδι. Λέγεται και σήτα πυκνάδα.
Δημ. τραγ.: “Σήτα μου μεταξόσητα / σήτισε και ξεσήτισε / της νύφης το προζύμι …”
Σε καταμέτρηση περιουσίας του 1728 βρίσκομε: “σήτα πυκνάδα μία και σήτα παλιά, αριά μία”
φράση: “Έχει να περάσει από πολλές σήτες, ώσπου να τακτοποιηθεί” – “Αυτού .. είναι ψηλές σήτες”, λέμε για τους ακατάδεχτους και σχολαστικούς.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Μεταξόσ(η)τα /ἡ/ (μέταξα-σήθω) = μεταξίνη σίτα, κρισάρα ἀπὸ μετάξι.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *