η

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

μαρμάζω

θεραπεύω πρήσμα, ανακουφίζω κάποιον που υποφέρει από φλεγμονή, βάνοντας του επάνω θεραπευτικά σκευάσματα, καταπλάσματα λαϊκής ιατρικής.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Μαρμάζω (φαρμάσσω) = καταστέλλω φλεγμονὴν ἢ ἀνακουφίζω τραυματικὸν ἐρεθισμὸν δι’ ἐπιθέσεως φαρμάκου.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *