Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

λάμια (η)

Η αρχαία παράδοση θέλει τη λάμια σαν αιμοβόρο τεράστιο τέρας με μορφή γυναικός. Ο απόηχος της έφτασε ως εμάς με μεταφορική σημασία = γυναίκα κακούργα και άσκημη”. Λέμε μάλιστα τη φράση: “Αυτή δεν είναι γυναίκα, είναι λάμια. Θεός φυλάξοι”.
Οι ψαράδες του νησιού λένε λάμιες τα μεγάλα ψάρια, όπως τους καρχαρίες και τα σκυλόψαρα.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Λάμ(ν)ια /ἡ/ (λάμια, λάμνα) = ὑπερφυσικὸν τέρας, καρχαρίας, σκυλόψαρο.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *