Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αμορόζος -α -ο ή μορόζος -α -ο

ο αγαπητικός, εραστής (επί αθέμιτων σχέσεων).
Οι  λέξεις αυτές χρησιμοποιούνται κυρίως για παντρεμένους και παντρεμένες. “Δεν ντρέπεται παντρεμένος άνθρωπος με παιδιά και θέλει και μορόζα.” – “Έχει μορόζα ο προκομμένος, και τη συντηρεί κιόλας” – “Ας είναι καλά ο μορόζος της! Δεν ντρέπεται, αλήθεια, κοτζάμ΄ νοικοκυρά και με παιδιά της παντρειάς;”
Παλιότερα η μορόζα λεγόταν και “πιαστή”: “Την έχει πιαστή“.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἀμορόζος -α -ο:  (Ἰ. amoroso) = ἐραστής, ἀγαπημένος, προσφιλής.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!