η

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

κρούω

κρούει. βρωμάει ανυπόφορα

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Κρούω = ἀποκρούω διὰ δυσοσμίας, βρωμῶ ἀπροσπελάστως.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Με την έννοια του βρωμάω.
Ο Λάζαρης αγνοεί την πλήρη ετυμολογία ενώ ο Κοντομίχης αρκείται στην ερμηνεία, όπως και ο προηγούμενος του “βρωμάει ανυπόφορα”.
Δεν χρειάζεται εδώ η πρόθεση -από-. Μόνο του το ρήμα κρούω στα έγκυρα λεξικά Δημητράκου, Liddel Scott, ετυμολογείται πλήρως: “… επί αισχρ. σημ. -Ανέκδοτα Βεκκήρου- 101: “εν τη υνήθεια το κρούσαι αντί του συγγενέσθαι” (συγγίγνομαι, εδώ συνουσιάζομαι). Αροστοφάνη Εκκλησιάζουσες 990: φράση κρούω πέπλον = πέρδομαι (κλάνω). Το L.S. προσθέτει “τινάζω πορδές”. Ευρ. Κύκλ. 328. Ο Δορμπαράκης προσθέτει επίσης “ο παράγων ήχο”.
Στην Καρυά αν κάποιος “παράξει ήχον” (ή και χωρίς ήχο …κλάσει) του λένε, πιάνοντας συμβολικά τη μύτη τους: φύγε μας έκρουξες.
Σημείωση: Ακριβέστερα ο Κοντομίχης καταχωρίζει στο “Λεξικό” του τη λέξη στο τύπο του γ΄ενικού (απρόσωπο ρήμα), κρούει. Γιατί έτσι συνηθέστερα ακούγεται σε μας. Αυτό -λέμε- κρούει ή κατελώνει.
Σύνθετο το ρήμα με την πρόθεση -από- με τη σημασία του βρωμάει στο επίθετο: απο-κρουστικό.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Κρούει = βρωμάει πάρα πολύ, (ἀναδίνει ἀνυπόφερτη όσμή).

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *