Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

κόβω-κόβει

(απρόσωπο)
Για το κρασί λέμε ότι έκοψε = εξίνισε. Σε παλιό χργρφ. του 1744 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) διαβάζομε: ” … το επήλιπο κρασή το έδοσα ις το κάστρο από δεκατέσσαρες λίτρες (=λίρες) τη βαρέλα, διατή έκοψε και ίπιασα λίτρες 420″ – “Το γάλα έκοψς”, δηλ. ξίνισε, χάλασε.

φράσεις: “Με κόβει” = έχω πόνους στην κοιλιά  –  “Θα σε κόψει αυτό το κρασί που πίνεις, ξίνισε” = θα σ΄ αρρωστήσει  –   “Το νερό που έπια ήταν πολύ κρύο και μ΄ έκοψε”.

Το ρήμα το χρησιμοποιούμε και ως δηλωτικό μαγγανείας. Στο κόψιμο του στελίτη (μυαλγία, πιάσιμο του αυχένα) η ξορκίστρα μ΄ ένα τσεκούρι στο χέρι, πάνω απ΄ τον ασθενή έλεγε: “Κόβω, κόβω / κόβω κι αντικόβω” – “Τι κόβεις;” – “Κόβω το στελίτη, το μελίτη και τον αδελφό του Χάρου”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης

Κόβω § κόπτω. Π. μέτραε κεφάλια καὶ κόβε σκούφιαις. Μ. ἀλγῶ τὴν γαστέρα. Π. μὲ κόβει (πάντοτε τριτοπρόσ.) = πάσχω ἀπὸ γαστραλγίαν. Φ. τὤκοψε κοσὶ κτλ. (ἰδ. κοσί). ΚΝ. – Κόβει ποδάρι = τρέχει. – τὸ ποδάρι του κόβει δρόμον = εἶνε ταχυκίνητον. – τὸ μυαλό του, τὸ κεφάλι του κόβει = ἐννοεῖ εὐκόλως. Ἐκ τούτου καὶ οἱ Κύπριοι Κοψονούρην καλοῦσι τὸν εὐφυῆ (ἐφ. Φιλομ. σ. 1254) – κόβ’ ἡ γλῶσσά του = ὑβρίζει, φλυαρεῖ.

Σημ. Ἐκ τοῦ πρωτοθέτου τούτου θέματος ἐγένετο τὸ κόπτω. Τοιούτων θεμάτων εὐμοιρεῖ ἡ Λευκαδία διάλεκτος, λέγουσα χτυπῶ (= τύπτω), βλάβω (= βλάπτω), ἀνάβω (= ἀνάπτω), κρύβω (= κρύπτω), βάφω (= βάπτω), φυλάγω (= φυλάττω) κτλ. ὅθεν καὶ τὰ λείπω, σφάλλω κτλ. νομίζω ὅτι δὲν ἤθελεν ἁμαρτήσει τις ἐὰν ἔγραφεν ἐν τῇ δημοτικῇ σφάλω, λίπω κτλ. κατὰ τὰ ἐν αὐτῇ διασωθέντα πρωτόθετα θέματα.

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου


“κόβω με το μαχαίρι”: το λέμε όταν κάποιο ρευστό υλικό (κρασί, γιαούρτι) είναι τόσο στερεό, που μπορείς να το κόψεις με το μαχαίρι σα να είνι στερεό. Δείγμα εξαιρετικής ποιότητας.

Μια φορά κι έναν καιρό … Φίλιππου Λάζαρη / Γλωσσάριο Βασίλης Φίλιππας


«Καί τώκοβαν τό αίμα» (σελ. 182, ἈΘ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟΝ)

Φράσις, έμφαίνουσα τὴν νευρικὴν κατάπτωσιν, ἥτις προέρχεται ἕνεκα φόβου αἰφνιδίου. Πιστεύεται δὲ ὑπὸ τοῦ λαοῦ ὅτι ἐπί τοιούτων περιστάσεων τὸ αἶμα αποσυντίθεται.

Σημειώσεις Βαλαωρίτη Ἀπαντα – Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διάκο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *