Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ήσκνα

λειχήνα παρασιτική στους κορμούς των δέντρων, εν είδει ψύχας ψωμιού, μαλακή και σαρκώδης.
Κατόπιν επεξεργασίας γίνεται υλικό για ν΄ ανάβουν με “σπίθα πέτρας” οι πρωτόγονοι αναπτήρες με το μακρύ φιτίλι, τα λεγόμενα “τσακμάκια”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἤσκ(ν)α /ἡ/ (Λ. esca) = παρασιτικὴ λειχὴν τῶν δένδρων ἥτις μετὰ κατεργασίαν γίνεται ἔναυσμα πρωτογόνων ἀναπτήρων «τσακμάκια».

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *