Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ανάκαρα (η)

ψυχική και σωματική δύναμη
“Δεν έχω ανάκαrα να σηκωθώ” – “”Δεν νιώθω ανάκαρα για τίποτα”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἀνάκαρα:  /τὰ/ (ἀνὰ-κέαρ) = ψυχικὴ δύναμις, ἐπάρκεια σωματικῶν δυνάμεων. «δὲν ἔχω ἀνάκαρα νὰ σ’ κρίνω».

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Δεν έχει λέμε ανάκαρα, τόσο αδύναμος. Η σωματική αντοχή, η δύναμη. Έλλειψη δύναμης
Πιο κοντά στην ετυμολογία της λέξης, (όσον αφορά το β΄συνθετικό, δηλ. το ρήμα, για την πρόθεση ανά δεν τίθεται θέμα) είναι το καρόω-ώ, βυθίζω σε ύπνο βαθύ. (κάρος θα πει νάρκη).
Η αναφορά στο “κέαρ” καρδιά, του Λάζαρη μας παραπέμπει στο ανάκαρα (άλλο αυτό, καίτοι σχετικό).
Να θυμηθούμε, επ΄ ευκαιρία και το στίχο του Βαλαωρίτη: ούτε δεν είχε ανάκαρα κρυφά ν΄ αναστενάξει.
Υπάρχει στα λεξικά και η χωρίς το -α- νάκαρα, με την ίδια σημασία. Σχετικό και το μακάβριο κακαρώνω, τα κακάρωσε, πέθανε.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Ἀνάκαρα = ἐλάχιστη δύναμη, δέν ἔχει ἀνάκαρα, (δέν ἔχει δύναμη, ἥπατα).

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Ἀνάκαρα, § εὔχρ. ἐν τῇ φρ. δὲν ἔχω ἀνάκαρα νὰ κάμω τι = δὲν ἔχω καρδιὰν ὄρεξιν νὰ πράξω τι.

Σημ. Ὁ Κρομμύδας παρ. τὴν λ. ἐκ τῆς ἀνὰ καὶ κάρα (= κεφαλὴ) (ἐν λ.), ἡμεῖς δὲ πιθανώτρον ἐκ τῆς ἀνὰ καὶ κήρ, κὰρ = καρδία, ψυχή, ἐπιθυμία.

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *