η

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

χούμελη (η)

πολτός πολύ βραστερών οσπρίων στην χύτρα
“Τα ρεβύθια έγιναν χούμελη”, δηλ. έλιωσαν από το βράσιμο. Ήταν κάλοψα

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Χούμελ(η) /ἡ/ ἄκλ. (Λ. humilis, Σλ. Χύμελε, Σ. χμέλj) = γαιώδης, ἄγευστος, ἀηδής, ὐπέργλυκος, κακοβρασμένος, παραβρασμένος.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *