Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

τρόμπα (η)

Έχει τις εξής σημασίες:
α) αντλία υγρών
β) δυνατή βροχή
γ) ο σίφουνας, ο κυκλώνας
Στις δυο τελευταίες περιπτώσεις γινόταν η μαγγανεία του καρφώματος. Κάρφωναν τη δυνατή βροχή  – όπως και το χαλάζι – και το σίφουνα με μαυρομάτικο μαχαίρι πάνω σε κορμό δέντρου ή σε κατάρτι καραβιού, αν ήταν στη θάλασσα σχηματίζοντας με το μαχαίρι μία πεντάλφα. Έλεγαν, βέβαια και το σχετικό ξόρκι, που δεν έλειπε σε τέτοιες περιπτώσεις.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Τρόμπα /ἡ/ (Ἰ. tromba) = ὑδραντλία, καταιωνισμὸς βροχῆς, μετεωρολογικὸς σίφων (στρόβιλος), κυκλών.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *