Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σώπος (ο)

ύσσωπος, φυτό φρυγανώδες, αρωματικό, φαρμακευτικό της οικογένειας των χειλανθών, κοινώς άγριο τσάι.
Ο σώπος έχει θεραπευτικές ιδιότητες. Συνταγή από γιατροσόφι: “Τρίψε το άλας με την ρίγανην και με σώπον και με μέλι και ας είναι και τα τέσσερα σύμμετρα, να γένουν ωσάν αλοιφή και είναι βασιλικόν ιατρικόν δια το δάγκαμα των θηρίων”.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *