Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

παράγκο ή παλάγκο (το)

  1. πρόχειρο σανιδένιο καταφύγιο γεωργών σε περιπτώσεις κακοκαιρίας. Πρόσκαιρη αποθήκη.
  2. σύστημα τροχαλιών στα ιστιοφόρα για φορτώσεις και ανυψώσεις μεγάλων βαρών, σύσπαρτον.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Παράγκο /τὸ/ (Ἰ. parare -anca, baracca) = πρόχειρον δρύφρακτον, παραβάν, σκέπαστρον ἐκ σανίδων.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!