Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

μπατούδα (η)

γλίστρισμα, πέσιμο, γκρέμισμα, καταστροφή. φράση: “Επήρε τη μπατούδα του”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Μπατοῦδα /ἡ/ (Ἰ. battuta) = κροῦσις, πλῆξις, ἀνατροπή, μουσικὴ περίοδος.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


μπατούδα (ἡ): ἐγκοπή στό πλευρό σανίδας ἤ κουφώματος, πατούρα, (ΒΕΝ. batùa).

Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!