Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

καδηνέλλα (η) και καδινέλλα -ες

ξύλινο δοκάρι, μοχλός στηρίξεως στο ένα φύλλο της πόρτας του σπιτιού, και όργανο απειλής: “Θα πάρω την καδ’νέλλα και θα σου σπάσω τα πλευρά” – “Κάτσε καλά γιατί θα αρπάξω την καδ’νέλλα”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Καδ(ι)νέλλα /ἡ/ (Ἰ. catenella) = ξυλίνη δοκίς, ξύλινο πηχί.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης


καδινέλλες (οἱ): λεπτές σανίδες στενόμακρες πού καρφώνονταν ὁρι­ζόντια στούς διαχωριστικούς τοίχους, ἔνθεν καί ἔνθεν, σάν βάση γιά τόν σοβά, (ΙT. = catene).

Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου


Καδινέλα = μικρή ξύλινη ἀμπάρα πόρτας πού σφηνώνει μεταξύ τοίχου καί τοῦ ἐσωτερικοῦ μέρους αὐτῆς, στηριζόμενη σέ ἡμικάθετο χονδρό σχοινί.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *