Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αντέξ(ου)νε

Αντέξ(ου)νε= αντέξουν, (συγκοπτόμενο χάριν του μέτρου). Αντέχω (αντί +έχω).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *