Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

πόντες

το γεφύρι κι ακόμα μια χοντρή αλυσίδα που ρίχνεται από τα πλοιάρια στην παραλία (ενώνει το πλοίο με την ξηρά) για να επικοινωνεί το πλήρωμα.
“Ρίξε τον πόντε”.
Πόντες λέγεται μεταφορικά και κάθε χοντρή σανίδα του είδους αυτού.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Πόντες /ὁ/ (Ἰ. ponte) = γέφυρα, χονδρᾶ σανὶς (μαδέρι) δι’ ἧς ἐπικοινωνοῦσι τὰ πληρώματα πλοίων μὲ τὴν προβλῆτα.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


πόντες (ὁ): γέφυρα, χονδρή σανίδα μέ τήν ὁποία ἐπικοινωνεῖ τό πλοῖο μέ τήν προβλήτα, (ΙΤ. ponte).

Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!