Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

πεζεβέν(η)ς

Πεζεβένης /ὁ/ (Τ. πεζεβὲγκ) = μαστροπός, προαγωγός, ἄτιμος, ἄπιστος.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *