Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

μούρκος (ο)

ο σκοτεινόχρωμος, ο μαυριδερός, ο μελαψός.”
Δημ. τραγ. “Τ΄ ακούς, μαυριδερούλα μου, τι λένε για τα μένα; / Λένε να με σκοτώσουνε γιατί αγαπώ εσένα” (Δημοτικά Τραγούδια της Λευκάδας, σελ 36).

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Μοῦρκος /ὁ/ (ἀμόργη;) = ὀρφνός, σκοτεινόχρους, μαῦρος.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!