Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

κουτσομπολιάζω

Κο(υ)τσομπολιάζω. Κατά τον Φιλίντα από το κόφτω και μπολιάζω, συρράπτω. και ο κουτσομπόλης το κουτσομπολιό. Λέγεται και ξομπλιάστρα η κουτσομπόλα γυναίκα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *