Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

κούρα (η)

  1. κομμάτι σαπουνιού που βάνουν ως υπόθετο για να “βγει το στομάχι τους”, να ενεργηθούν.
  2. μεγάλο ψέμα. φράση: “Άσε τις μεγάλες κούρες”
  3. δίαιτα, ανάρρωση. “Είμαι σε κούρα” ή “κάνω κούρα”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Κοῦρα /ἡ/ (κουρίζω, Ἰ. cura) = ὑπόθετον ἐκ κοινοῦ σάπωνος πρὸς πρόκλησιν ἀποπατήσεως, ψευδολογία, κολακεία.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *