Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

καβαλέττο (το)

το ξύλινο υποστήριγμα των σανίδων του παραδοσιακού κρεβατιού. Στο κάθε κρεβάτι έβαναν δύο καβαλέττα και το καθένα αποτελούνταν από ένα οριζόντιο δοκάρι, στις δύο άκρες του οποίου καρφώνονταν με πλατύ άνοιγμα προς τα κάτω δύο γεροί πήχεις. Τα καβαλέττα ήταν σε χρήση από πολύ παλιά.
Σε καταγ. περιουσίας του 1728 (Ιστ. Αρ. Λ.) βρίσκομε : “Δύο καβαλέττα και 4 τάβλες κρεβατίσιες”. Σε άλλη του 1851: “δύο καβαλέττα και πέντε τάβλες δια το κρεβάτιον τους.” (Ιστ. Αρ. Λ.).
Το κρεβάτι με τις τάβλες και τα καβαλέττα, ως γνωστόν, είναι δυσανάλογα ψηλά : Άγγ. Σικ., Αλαφρ., στ. 713-5: “Ποτίστε με , ποτίστε με / και κέντρωσέ με εσύ, χωριάτη,/ που ωσά γυναίκα ανέβασες/ την πλάση στο ψηλό σου το κρεβάτι…”.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!