Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

κάλμα (η)

  1. γαλήνη, νηνεμία στη θάλασσα
  2. ηρεμία ψυχική, αταραξία.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Κάλμα /ἡ/ (Ἰ. calma) = ἄπνοια, νηνεμία, ἡσυχία, γαλήνη.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *