Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αργάζω

  1. επεξεργάζομαι, δέρνω, κακοποιώ: “Άργασε τα τομάρια και τα κρέμασε να στεγνώσουν” Αυτό στα βυρσοδεψία. “Αν δεν αργαστεί καλά το τομάρι, δεν γίνεται πετσί για παπούτσια της προκοπής”.
  2. “Τον άργασα στο ξύλο” ή “Θα στ΄ αργάσω το τομάρι” = θα σε δείρω πολύ.
  3. μτφ. στο δέρμα του ανθρώπου: “Τα χέρια μου άργασαν, και ρόζιασαν απ΄το σκάψιμο”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἀργάζω: (ἐργάζω) = κατεργάζομαι συστηματικῶς, πλήττω με διάρκειαν: «τὸν ἄργασε στὸ ξῦλο».

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!