Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αυτάντζα (η)

βλ. και αφτάντζα

μίσθωση κατ΄ αποκοπήν (affitanza), πάνω στο σύνολο της απόδοσης του ελαιοκάρπου.
Το ποσό της μίσθωσης καθόριζαν οι εκτιμητές (για τις ελιές) γύρω στα μέσα του Οκτώβρη.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Αὐτάντσα /ἡ/ (Ἰ. affitare) = μίσθωσις, πάκτωσις, συγκομιδὴ τοῦ ἐλαιοκαρποῦ ἐπὶ μισθώματι μεριδίου.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης


Αυτάντσα, η : η αυτενέργεια (αυτό + έρζω→έργω) = το εργάζεσθαι ταις ιδίαις χερσίν, εξ ου και αυτάρκεια και αυτάρκης. Εσυνηθίζετο οι μη έχοντες οικονομική δυνατότητα να «παίρνουν αυτάντσες στα λιοστάσα», από τους κατέχοντες κτηματίες, αλλά ανήμπορους να διαλέξουν τη σοδειά (ελαιοπαραγωγή), εισπράτοντας το ανάλογο αντίτιμο εις είδος (ελαιόλαδο). Εξ ου και το Ιταλικόν affitanza = η μίσθωση.Γλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *