Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

βάτος (ο)

πυκνός και αγκαθωτός θάμνος. Συνήθως είναι αδιαπέραστος ως φράχτης, και τότε λέγεται βατσινιά. Βαλαωρίτης Η Φανερωμένη, στ. 24 : «Λαλούν τ΄ αηδόνια ξέγνοιαστα, μεσ΄ στη μυρτιά, στο βάτο / Τα δέντρα είν΄ ανθοστόλιστα, παντού χαρά κι ελπίδα.» Ο βάτος είναι και ιαματικό φυτό: ‘Έβραζαν φύλλα και βλαστάρια του μέσα σε μαύρο κρασί και θεράπευαν με το μείγμα αυτό τη φά(γ)ουσα«. Με κλαρί βάτου οι παλιοί έκαναν κι αντιμάγια εναντίον του αμποδέματος : «Μια συγγενής του γαμπρού τον έζωνε – κατά το έθιμο – στη μέση, πριν απ΄ το στεφάνωμα, για να ΄ναι ζωσμένος την ώρα του μυστηρίου, με μια κλωστή από τραγόμαλλο τυλιγμένη σε κλαρί βάτου και ο γαμπρός γλύτωνε από τα μάγια του αμποδέματος. Το τραγόμαλλο συμβολίζει την πληρότητα του αρσενικού, ο βάτος τη φυσική παγίδα, που σ΄ αυτήν «δεν κολλάει κανένα κακό» ο,τι ντέσει στο βάτο, πιστεύουν, διαλύεται. Ο καρπός του βάτου λέγεται βατόμουρο ή βατούμπρο ή γατούμπρο και τρώγεται καλώς.

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!