Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

γανώζω -νω και γανόνω

λερώνω, μαυρίζω, μουντζουρώνω, αλλά έχει και την αντίθετη έννοια: σημαίνει το καθάρισμα και το γυάλισμα χαλκωμάτων: οι πλανόδιοι γανωματήδες ή καλατζήδες (μια φορά κι έναν καιρό …) φώναζαν: “χαλκώματα να γανώσομε …”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Γανώζω -νω (γανάω) = κηλιδώνω, ἀμαυρώνω, λερώνω, μουντζουρώνω (μετέπεσεν εἰς ἔννοιαν ἀντίθετον τῆς ἀρχικῆς του).

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Γανόνω § ῥυπόω, ἐξ οὗ γάνωμα = ῥύπωσις.

Σημ. Ἐκ τοῦ γανόω (Σύλλ. 11) κατ᾿ ἀντίφασιν.

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!