Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

φυράω ή φυραίνω

γίνομαι ελαφρότερος, χάνω βάρος, έχω φύρα – “εφύρασαν τα ανοίγματα” και “εφύρασαν τα μυαλά του”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Φ(υ)ράω (Ἰ. furare) = ἐλαφρύνομαι, ἀνακουφίζομαι, χαλαροῦμαι.

Φ(υ)ραίνω (Ἰ. furare) = ἀπομειοῦμαι, ὑφίσταμαι ἀφαίρεσιν.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!