Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ξεκαμπίζω

έρχομαι από κάπου, εμφανίζομαι ξαφνικά.
φράσεις: “Πούθε μας ξεκάμπισες;” “Τώρα ξεκάμπισε αυτό το … φρούτο;” (ειρωνικά) για πονηρούς ανθρώπους.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Το ρήμα γραμματικά είναι ξεκαμπίζω και σημαίνει οδηγώ στον κάμπο, βγάζω σε ξέγναντο μέρος (Κριαράς). Έχει όμως και ιδιωματική σημασία όπως σε μας. “Ο καιρός-βροχερός κυρίως- ξεκάμπισε”, καλυτέρεψε. “μπορούμε να βγούμε από το σπίτι από κει που ΄χαμε “σπηλώσει” και να πάνε στον κάμπο, στη δουλειά μας. το λεξικό στο λήμμα “ξεκαμπίζω” “εξέρχομαι εις πεδιάδα, εις τον κάμπο” (Δημητράκος)
Ή εμφανίζομαι ξαφνικά (Κοντομίχης).
Λέμε: “πούθε ξεκάμπισε, αυτό το πράμα;”, ειρωνικά, όπως λέμε ξεφύτρωσε.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Ξεκαμπίζω: (έξω+κάμπος) = βγαίνω στον ανοικτό ορίζοντα του κάμπου, κατ’ επέκταση φανερώνομαι απρόσκλητα και ξαφνικά.Γλωσσάριο Ιωάννας Κόκλα

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!