Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

υψώνω

ανεβάζω, εξυψώνω, δοξολογώ την ημέρα.
Π.χ. πολλοί τάζουν λειτουργίες και κάνουν αρτοκλασίες σε αγίους διαφόρων εκκλησιών. Τότε λέμε ότι “υψώνομε τον άγιο” ή “την ημέρα”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ὑψώνω (ὑψόω -ῶ) = ἀνατίθημι, ἑορτάζω, τηρῶ τὴν ὀνομαστικὴν ἑορτήν.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *