η

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

ξεζορκιάζω -ομαι

απογυμνώνω, γδύνω -ομαι τελείως, μένω ζόρκος
μτφ.: ντροπιάζω, (βλ. ξεβρακώνω)

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ξεζορκιάζω (ἐκ-δορκάς, ζορκὰς) = ἀπογυμνῶ, γδύνω τελείως.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


Ξεζορκιάζω = ἀπογυμνώνω, ξεζορικάστηκε (ξεγυμνώθηκε).

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *