Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ξεμάτοχα -όχου

κάνω κάτι από υστεροβουλία, επίτηδες. φράση: “το ΄καμες ξεματόχου…”

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ξεμάτοχα -όχ(ου) (συμμετόχως, ἐκ συμμετόχου) = ἐκ προθέσεως, ἐπίτηδες, θεληματικά.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Το ξε είναι πρόθεμα-μόριο της μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής που προέρχεται από την αρχαία πρόθεση εκ/εξ με απευθείας σίγηση του άτονου αρχικού -ε- (π.χ. εξ-ανοίγω, ξανοίγω – Μπαμπινιώτης).
Από το μετέχω, η συμμετοχή (συν-μετέχω)
Επομένως: εκ/ξε=μετοχής και με επίδραση τυ συνώνυμου. Επί τούτου (δηλαδή της γενικής) έγινε το ξεματόχου και επίρρημα ξεμάτοχα. (Έχομε και εξ επί τούτου).

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Ξεματώχου = ἐπίτηδες, σκοπίμως καί προκλητικῶς, τό ἔκανες ξεματώχου (σκοπίμως).

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής


Ξεματόχ’ ή ξεματόχου ή ξεμάτοχα: (εκ+μετέχω) = συμμετέχω εκ προθέσεως, επίτηδες ή εξεπίτηδες, και ξεματοχ(ι)νός-ή-ό = ο επίτηδες ταιριαστός.Γλωσσάριο Ιωάννας Κόκλα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *