Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

βλάψη (η)

η βλάβη, η ζημιά, γενικά οι κάθε ατυχίες.
Όταν συλλυπούνται τους συγγενείς των νεκρών τους λένε: “… Και βλάψιμο να μη ματαϊδείτε”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Βλάψη /ἡ/ = βλάβη, ζημία, ἀτυχία, νόσος (εὐχή: «νὰ μὴ ματαϊδῆς βλάψη»).

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *