Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

βίτσιο (το)

συνήθεια, ελάττωμα, ιδιορρυθμία.
Κατά κανόνα πρόκειται για κακές έξεις, βλαβερές για την υγεία μας. “Έχει αυτό το κακό βίτσιο, το τσιγάρο”. Βίτσιο είναι και το πολύ πιοτό. Υπάρχουν βίτσια που ανάγονται στην σφαίρα της σεξουαλικής ανωμαλίας.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Βίτσιο /τὸ/ (Ἰ. vizio) = ἐλάττωμα, κακὴ συνήθεια, κακὴ ἕξις.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!