Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

βιος (το)

η περιουσία του καθενός μας, κινητή και ακίνητη, κοινώς βιο.
“Σπατάλησε όλο το βιος του πατέρα του”. Παροιμία: “Το βιος στο βιο πάει”, δηλ. όπου τα πολλά πάνε και τα λίγα.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Βιὸ-ς /τὸ/ (βίος) = τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἐφόδια, περιουσία, πλοῦτος.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *